Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

Η ανυποληψία των κυβερνώντων τροφοδοτεί την προκλητικότητα των τούρκων

Η ανυποληψία των κυβερνώντων τροφοδοτεί την προκλητικότητα των τούρκων
Η προκλητικότητα της Άγκυρας που αναμοχλεύεται το τελευταίο διάστημα με δηλώσεις του Ερντογάν αναφορικά με την αμφισβήτηση της εδαφικής κυριαρχίας της Ελλάδας δυστυχώς ενισχύεται από την διπλωματική και στρατιωτική ανυποληψία της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, μια κυβέρνηση η οποία αποτελείται από ακομβίωτους στρατηλάτες που δεν τολμούν να πατήσουν το πόδι τους στα Ίμια, κομψευόμενους ντιντήδες, επαναστάτες με μοναδική ηγετική πείρα τις καταλήψεις σχολείων, μια κυβέρνηση η οποία ελέγχεται από μια αξιωματική αντιπολίτευση που έχει ως αρχηγό κάποιον που υπερηφανεύεται ότι έκανε αντίσταση στους Απριλιανούς από την κούνια φορώντας τις πάνες του. 
Αυτός ο συρφετός διαπραγματεύεται σήμερα την αξιοπρέπεια του Ελληνικού Έθνους, αυτός ο συρφετός που το μοναδικό του προσόν είναι οι βαθιές επικύψεις στους τοκογλύφους του διεθνούς Σιωνισμού και στους νεοταξίτες του ΝΑΤΟ.
Επειδή τις τελευταίες ημέρες οι αναφορές σχετικά με τις τουρκικές αμφισβητήσεις στο Αιγαίο πληθαίνουν, ας ασχοληθούμε εν προοιμίω με τις διεθνείς συνθήκες που καθορίζουν το νομικό καθεστώς αυτής της ελληνικής θάλασσας, αναφερόμενοι ιδιαιτέρως στο νομικό καθεστώς των Δωδεκανήσων και των νησίδων του.
Στο άρθρο 5 της Συνθήκης Ειρήνης του Λονδίνου (Μάιος 1913)  που υπεγράφη μεταξύ Ελλάδας, Τουρκίας, Σερβίας, Μαυροβουνίου και Βουλγαρίας, όλοι οι συμμετέχοντες δηλώνουν την εμπιστοσύνη τους προς τις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής εκείνης να καθορίσουν το νομικό καθεστώς που θα διέπει τα νησιά του Αιγαίου, τα οποία αποτελούσαν έως τότε τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ως νομική συνέχεια της Συνθήκης του Λονδίνου το ίδιο έτος (Νοέμβριος 1913) υπεγράφη στην Αθήνα Συνθήκη Ειρήνης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας σύμφωνα με την οποία αμφότερες χώρες δεσμεύονταν για μια ακόμη φορά να αποδεχθούν τις αποφάσεις των Μεγάλων Δυνάμεων για τα νησιά του Αιγαίου. Οι δυο αυτές συνθήκες αποτέλεσαν την βάση της διακοίνωσης της Συνδιασκέψεως του Λονδίνου του Φεβρουαρίου 1914 με την οποία οι Μεγάλες Δυνάμεις παραχώρησαν στην Ελλάδα όλα τα νησιά του Αιγαίου με εξαίρεση την Ίμβρο, την Τένεδο και το Καστελόριζο (ανήκε στην Ιταλία) τα οποία επεστράφησαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Τα Δωδεκάνησα, τα οποία είχαν καταλάβει οι Ιταλοί από τους Τούρκους το 1912, με την διακοίνωση αυτή εξακολουθούν να τελούν υπό την κυριαρχία της Ιταλίας.
Με το άρθρο 12 της Συνθήκης της Λωζάννης (1923) επικυρώνεται η κυριαρχία της Ελλάδας «στα νησιά της Ανατολικής Μεσογείου» (έτσι γίνεται αναφορά στο άρθρο 12) εκτός από την Ίμβρο, την Τένεδο και τις Λαγούσες. Με την συγκεκριμένη αναφορά των νησιών που αποδίδονται στην Τουρκία (Ίμβρος, Τένεδος, Λαγούσες) καταδεικνύεται νομικά και σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο  ότι στην Τουρκία ανήκουν μόνο όσα νησιά και νησίδες  αναφέρονται ρητώς στην Συνθήκη. Επίσης στο άρθρο 16 της ίδιας Συνθήκης αναφέρεται ρητά ότι η Τουρκία παραιτείται από κάθε τίτλο και δικαίωμα σε όλα τα νησιά της Ανατολικής Μεσογείου εκτός αυτών που η κυριαρχία τους της έχει αποδοθεί με την ίδια Συνθήκη. Σύμφωνα με το άρθρο 15 της Συνθήκης της Λωζάννης η Τουρκία παραιτείται των δικαιωμάτων της στα Δωδεκάνησα, συμπεριλαμβανομένου και του Καστελόριζου που της είχε παραχωρηθεί με την διακοίνωση της Συνδιασκέψεως του Λονδίνου (1914), καθώς και των εξαρτωμένων νησίδων των Δωδεκανήσων με εξαίρεση αυτών που κείνται σε απόσταση μικρότερη των τριών μιλίων από την ασιατική ακτή. Εν κατακλείδι μετά την λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου τα Δωδεκάνησα ως και οι παρακείμενες νησίδες τους παραχωρούνται στην Ελλάδα από την Ιταλία, σύμφωνα με το άρθρο 14 της Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων. Να υπενθυμίσουμε ότι στην Συνθήκη των Παρισίων του 1947 η Τουρκία δεν είναι συμβαλλόμενο μέλος, αφού είχε παραχωρήσει τα Δωδεκάνησα στην Ιταλία το 1923 με την Συνθήκη της Λωζάννης.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το διεθνές νομικό πλαίσιο με το οποίο ρυθμίστηκαν τα θέματα κυριαρχίας στο Αιγαίο μετά τους Παγκοσμίους Πολέμους (Λωζάννη 1923, Παρίσι 1947) είναι απολύτως σαφές και αδιαμφισβήτητο. Παρά το σαφές και αδιαμφισβήτητο κατά τα ανωτέρω διεθνές νομικό πλαίσιο, η Τουρκία το αμφισβητεί προβάλλοντας την καινοφανή θεωρία των «γκρίζων ζωνών», μια θεωρία που ανέπτυξε η Άγκυρα από την δεκαετία του 1990 και η οποία συνίσταται στην αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας σε μια σειρά νήσων, νησίδων και βραχονησίδων στο Αιγαίο. Η Τουρκία γνωρίζει το απολύτως σαφές διεθνές νομικό πλαίσιο που ρυθμίζει την κυριαρχία των νησιών του Αιγαίου Πελάγους. Γιατί λοιπόν αμφισβητεί με δηλώσεις ανωτάτων αξιωματούχων της και με προκλητικές ενέργειες την κυριαρχία της Ελλάδας στα νησιά, νησίδες και βραχονησίδες αυτού του πελάγους; 
Αμφισβητεί την εδαφική κυριαρχία της Ελλάδας διότι η αμυντική μας κατάσταση των τελευταίων ετών είναι ανοιχτή πρόσκληση όχι μόνον για τους Τούρκους αλλά για κάθε ενδιαφερόμενο να εισβάλει και να λεηλατήσει την χώρα. Ο οικονομικός πόλεμος της διεθνούς τοκογλυφίας που υπέστη η χώρα μας από το 2009 σε συνάρτηση με αλλοπρόσαλλους αμυντικούς σχεδιασμούς, συμπεριλαμβανομένης και της συνειδητής απαξίωσης της αμυντικής μας βιομηχανίας, έχει οδηγήσει ουσιαστικά σε de facto κατάλυση της ελληνικής και ελληνοκυπριακής κυριαρχίας.
Το έλλειμμα της Ελλάδας στην προστασία των κυριαρχικών της δικαιωμάτων είναι κραυγαλέο και αγγίζει τα όρια της προδοσίας, εάν δεν έχει ήδη συντελεστεί αυτή η προδοσία. Η μνημονιακή συγκυβέρνηση δεν είναι ικανή, ούτε προφανώς ενδιαφέρεται για την υποστήριξη των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Πατρίδας μας αφού έχει κυριολεκτικά καταστρέψει την αμυντική βιομηχανία της χώρας και έχει οδηγήσει σε ανυποληψία το έμψυχο υλικό των Ενόπλων Δυνάμεων. Η μνημονιακή συγκυβέρνηση έχει ουσιαστικά κουρελιάσει την αμυντική ισχύ της χώρας και είναι ωσάν να φωνασκεί «μπάτε Τούρκοι και λοιποί κατσαπλιάδες και αλέστε».
Η στρατιωτική ηγεσία του υπουργείου Άμυνας πρέπει να αντιληφθεί ότι δεν είναι σε θέση, τουλάχιστον σήμερα, να υπερασπιστεί με όλα τα μέσα τα πεδία που αποτελούν ipso facto χώρο άσκησης κυριαρχικών δικαιωμάτων. Η πολιτική ηγεσία της χώρας, τουτέστιν οι πολιτικάντηδες και οι υπόδουλοι των διεθνών τοκογλύφων, έχουν ακεραία την ευθύνη για την κατάσταση στην οποία βρίσκεται η αποτρεπτική ισχύς της χώρας. Η άμυνα της χώρας δεν έχει να κάνει με φανφάρες και δηλώσεις στις οποίες αρέσκεται τόσο πολύ η ηγεσία του υπουργείου Άμυνας, αλλά με δυο βασικά πράγματα. Την στρατιωτική ενίσχυση και την στρατηγική. Αν δεν έχουμε τα μέσα να προστατευθούμε πρέπει, και με την βοήθεια της αμυντικής μας βιομηχανίας, να τα προμηθευτούμε, εάν δεν έχουμε στρατηγική πρέπει να την αποκτήσουμε και να συνεργαστούμε με εκείνα τα κράτη που μπορούν να υποστηρίξουν τα στρατηγικά μας συμφέροντα στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Βρισκόμαστε σε μια επικίνδυνη ιστορικά στιγμή της σύγχρονης ιστορίας μας και δεν διαθέτουμε αποτρεπτική άμυνα, ισχυρή για να πείσει τον εχθρό να μην προχωρήσει στους σχεδιασμούς του που όλοι γνωρίζουμε. Τυχόν «μυστικές» διαβεβαιώσεις του παγκόσμιου χωροφύλακα ΝΑΤΟ περί «προστασίας» καλό θα ήταν να μην εκλαμβάνονται από τους ηλίθιους πολιτικάντηδες ως ειλικρινείς. Η ιστορία έχει διδάξει πόσο εννοούν αυτά που υπόσχονται. Αν εμείς οι ίδιοι δεν είμαστε αποφασισμένοι να υπερασπιστούμε αυτή την χώρα, την κυριαρχία της, τα δικαιώματά της και τον πολιτισμό της δεν πρόκειται να μας στηρίξει κανένας «φίλος» την ώρα της κρίσης. Επείγει άμεσα αλλαγή πολιτικής και στρατηγικής συνεργασιών με άλλους εν δυνάμει συμμάχους. Οι προδότες πολιτικάντηδες πρέπει να αποχωρήσουν από την πολιτική σκηνή πριν επιτελέσουν το τελευταίο τους έργο που είναι η συνεκμετάλλευση των ενεργειακών πόρων του Αιγαίου και η παραχώρηση εθνικού εδάφους στον εχθρό.
Πιστεύουμε ακράδαντα ότι η αντιπαλότητα μας με την Τουρκία είναι αγεφύρωτη και δεν μπορεί να εξομαλυνθεί υπό το πρίσμα μιας «ευρωπαϊκής», «ατλαντικής» ή «ισραηλινής» λύσης, εξ άλλου η ιστορία των τελευταίων χρόνων είναι αδιάψευστος μάρτυρας περί αυτού. Για αυτό η μόνη διέξοδος για την Ελλάδα είναι πανίσχυρες Ένοπλες Δυνάμεις, δυναμική και σύγχρονη Αμυντική Βιομηχανία σε συνδυασμό με νέους προσανατολισμούς στην εξωτερική μας πολιτική. Η Τουρκία, αφού ολοκληρωθεί η αναδιοργάνωση των ενόπλων της δυνάμεων, μια αναδιοργάνωση που είναι απόρροια των εκκαθαρίσεων μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα, θα αυξήσει δραματικά την ένταση με την Ελλάδα και την Κύπρο, ούτως ώστε να αντισταθμίσει τις απώλειες από την πολιτική της στην Μέση Ανατολή, γνωρίζοντας ότι απέναντι της έχει ένα στρατιωτικά, οικονομικά και κοινωνικά διαλυμένο κράτος με ασυνάρτητη και επικίνδυνη ηγεσία, τόσο σε επίπεδο κυβέρνησης όσο και σε επίπεδο  μνημονιακής αντιπολίτευσης.
Γ. Λιναρδής


Διαβάστε περισσότερα: http://www.xryshaygh.com/enimerosi/view/h-anupolhpsia-twn-kubernwntwn-trofodotei-thn-proklhtikothta-twn-tourkwn#ixzz4RssFpE00

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...