Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2016

Οι ομογενείς προσπαθούν να κρατήσουν ζωντανό τον ελληνισμό στη Βόρειο Ήπειρο

3 σχόλια:

  1. Στην Οχρίδα, λέει ένας ερευνητής, οι Βλάχοι επικοινωνούσαν σε πέντε γλώσσες επειδή αυτοί τον περισσότερο καιρό ζούσαν στα βουνά της Ελλάδας, ήρθαν σε επαφή με τους Έλληνες και τους «Μακεδόνες», ενώ στην Οχρίδα θα επικοινωνούσαν με τους Τούρκους και τους Αλβανούς. Ποια εθνικότητα πρέπει να δώσουμε σε αυτούς; 14 κράτη της Αφρικής μιλούν γαλλικά, 15 άλλα μιλούν αγγλικά. Θα αποκαλέσουμε τους Αφρικανούς Γάλλους και Άγγλους; ή τους Γάλλους και τους Άγγλους θα τους αποκαλέσουμε Αφρικανούς;!

    Οι Χιμαριότες είναι δίγλωσσοι, και όχι αποκλειστικά ελληνόφωνοι, και η περιοχή τους δεν συμπεριλαμβάνεται στην λεγόμενη μειονοτική ζώνη. Οι Αλβανοί της Χιμάρας την ελληνική γλώσσα την έμαθαν κυρίως χάρη της εντατικής επικοινωνίας και θρησκευτικής-στρατιωτικής συμμαχίας με την Ελλάδα και ξεχωριστά με το νησί της Κέρκυρας (και όχι μόνο). Εκεί τα παιδιά τους εκπαιδεύονταν στα σχολεία και οι οικογένειες τους προστατεύονταν και η περιουσία τους έβγαινε από το εμπόριο. Κοιτάξτε τη γράφει ο πατέρας Giuseppe Schirò – στα αλβανικά Zef Skiroi – το έτος 1720: «Η περιοχή της Χιμάρας έπαθε δύο καταστροφές από την πανούκλα και από την ισχυρή επίθεση του Τούρκων, γιατί οι Αλβανοί της χιμαριότικης ακτής είχαν βοηθήσει στην προστασία της Κέρκυρας πολεμώντας πλάι στους Κερκυραίους.»

    Είναι οι Χιμαριότες απόγονοι Σπαρτιωτών αποίκων από την περιοχή της Μάνης; Οι διάλεκτοι των δύο περιοχών μοιάζουν, έχουν όμως και διαφορές. Ο Μ.Δένδιας θεωρεί ότι οι Χιμαριότες είναι ντόπιοι και δεν σχετίζονται με αποίκους από τη Μάνη. «Πιθανώτερον όθεν οι μεν Χιμαριώται να είναι αρχαίων ή μεσαιωνικών εκεί πληθυσμών απόγονοι.» (Μ.Δένδιας, «Απουλία και Χιμάρα. Γλωσσικαί και ιστορικαί σχέσεις των ελληνικών αυτών πληθυσμών.», Αθηνά – 1926, σελ. 76.)

    Ο Δένδιας στηρίζεται στο γεγονός της μη ύπαρξης ειδικών ισογλώσσων ανάμεσα σε Μάνη και Χιμάρα, αλλά και στο ότι όπως λέει «Πιθανώτερον … η δε παράδοσις να επήγασεν εξ ομοιότητος, ην παρουσίαζεν, ιδίως απέναντι των Τούρκων, η κατάστασις των Χιμαριωτών προς εκείνην της Μάνης.» (Μ.Δένδιας, «Απουλία και Χιμάρα. Γλωσσικαί και ιστορικαί σχέσεις των ελληνικών αυτών πληθυσμών.», Αθηνά – 1926, σελ. 76.)

    Ο Δ.Βαγιακάκος, παραμένει επιφυλακτικός σχετικά με μια πιθανή εγκατάσταση Μανιατών στη Χιμάρα: «Διά την επαλήθευσιν της παραδόσεως δεν έχουμεν βεβαίως ιστορικάς αποδείξεις.» (Βαγιακάκος, Δ., «Συμβολή εις την μελέτην του γλωσσικού ιδιώματος της Χιμάρας Βορείου Ηπείρου.», Πρακτικά Α΄ Πανελλήνιου Επιστημονικού Συνεδρίου «Βόρειος Ήπειρος – Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός» (Κόνιτσα 1987), Αθήνα : Ι.Μ. Δρυινουπόλεως-Πωγωνιανής και Κονίτσης – Πανελλήνιος Σύνδεσμος Β/ηπειρωτικού Αγώνος, σελ. 333)

    Υπάρχει όντως σχέση των Χιμαριοτών με τους Μανιάτες, ή πρόκειται για μία επινοημένη παράδοση, με στόχο, όπως λέει ο Hobsbawm, «τη συνέχεια με ένα ταιριαστό ιστορικό παρελθόν;» [Hobsbawm, E. & Ranger, T., “The Invention of Tradition.”, Cambridge University Press, 1983, σελ. 7;]

    Θυμίζουμε ότι στις αρχές του 19ου αιώνα ανακαλύφθηκε το «Χρονικόν της Δρυοπίδος», ένα λόγιο κατασκεύασμα, που εξυπηρετούσε και αυτό την ανάγκη και την προσδοκία των Δροπολιτών να αποκτήσουν άμεση σχέση με την αρχαία Ελλάδα, και μάλιστα με την Αττική:

    «Ο ευφάνταστος συντάκτης του Χρονικού … παρετυμολογεί και αξαρχαΐζει δεκάδας τοπωνυμίων της βόρειας Ηπείρου, διά να εφεύρη ηγεμόνας και οικιστάς πόλεων, κωμοπόλεων και φρουρίων, φιλοδοξεί δε να συνδέση την ιστορίαν του τόπου του με τα ενδοξότερα ονόματα της αρχαιότητος. Δεν πρόκειται καν περί λαϊκών παραδόσεων, αλλά περί ιστορικού μυθιστορήματος λογίας κατασκευής.» (Βρανούσης, Λ., «Χρονικά της Μεσαιωνικής και Τουρκοκρατούμενης Ηπείρου – Εκδόσεις και χειρόγραφα.» Ιωάννινα 1962: Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, σελ. 119; και Βερνίκος, Ν. & Δασκαλοπούλου, Σ., «Στις απαρχές της νεοελληνικής ιδεολογίας. Το χρονικό της Δρόπολης.» Αθήνα 1999: Αφοί Τολίδη.)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ας δούμε και μια επιστολή του έτους 1532, σωσμένη στο ελληνικό της πρωτότυπο, την οποία στέλνει ο «ιερεύς πρωτονοτάριος Χειμάρας» στον «συνιόρ Λαρκονη τζενεράλη του ρηάμη της Πουλίας.» Μέσω της επιστολής «γέροι της Χειμάρας και Αλβανητίας» εκτιμούν ότι «ο Τούρκος» σκοπεύει «να κατεβή εις τον Αυλώνα … και έπητα να περάση ειστην Μπούλια» (Floristan, J.M., Erytheia 13, 1992, p. 86)

      Της Αλβανιτίας λοιπόν.

      Το ελληνικό ιδίωμα της Χιμάρας δεν συγκεντρώνει χαρακτηριστικά ειδικής ή αποκλειστικής συγγένειας με κανένα απó τα υπόλοιπα νεοελληνικά ιδιώματα, που να δικαιολογούν την προέλευσή του από μια και μόνο συγκεκριμένη περιοχή (π.χ. Μάνη κτλ.), αλλά έχει τα δικά του μοναδικά χαρακτηριστικά, παρά τις όποιες ομοιότητες. Επίσης, στη Μάνη δεν υπάρχουν τοπωνύμια με καταλήξεις σε –έος ή –έο όπως στη Χιμάρα. Αντίστοιχα στη Χιμάρα δεν συναντούνται επίθετα με καταλήξεις –άκος ή –έας, όπως στη Μάνη. Ας δούμε όμως τι επίθετα συναντούνται και τι σημαίνει αυτό.

      «Εξαιτίας της γεωγραφικής τους απομόνωσης, της δυσκολίας στο εμπόριο με την αλβανική ενδοχώρα και την πίεση που δέχτηκαν από την οθωμανική διοίκηση, συνήθισαν να θεωρούν την Ελλάδα ως φυσικό προστάτη τους. Ειδικά η Κέρκυρα επειδή ήταν αρκετά προσβάσιμη, λόγω της γεωγραφικής γειτνίασης, ήταν αρκετά ελκυστική σε αυτούς, καθώς όλο και περισσότερες Χιμαριότικες οικογένειες έστελναν τα παιδιά τους να σπουδάσουν σε σχολεία σ’ αυτό το νησί και εμπόρους να κάνουν εμπόριο με τον τοπικό πληθυσμό. Η ελληνική διάλεκτος που αυτή τη στιγμή ομιλούν στη Χιμάρα και σε μερικά παρακείμενα χωριά, φαίνεται ότι έχει άμεση σχέση με την ελληνική διάλεκτο που μιλούσαν στην Κέρκυρα και πολλοί εθνολόγοι έχουν κάνει λόγο για το πώς οι Χιμαριότες κάνουν χρήση της αλβανικής για ιδιαίτερους τελετουργικούς σκοπούς. Γλωσσολόγοι που έχουν ερευνήσει την αλβανική διάλεκτο που ομιλείται στη Χιμάρα, έχουν βρει σε αυτή στοιχεία φωνητικού νασαλισμού, τα οποία μαζί με τη χρήση αρχαϊκών επιθέτων όπως ‘Γκιολέκα, Γκιπάλι, Γκιντέντε’ (από τα ‘Gjon Leka’, ‘Gjin Pali’, ‘Gjin Deda’) αποτελούν απόδειξη για μία πολύ παλιά αλβανική παρουσία στην περιοχή.» (Ardian Vehbiu, Shqipja totalitare, Çabej 2008 (a:4))

      «Ο εξελληνισμός της Χιμάρας δεν έχει μία ξεκάθαρη χρονική αρχή…τα λαογραφικά στοιχεία εξ’ ίσου μας δείχνουν αρκετά σαφέστατα τις εθνικές αλβανικές ρίζες στην περιοχή: τα παραδοσιακά τραγούδια και οι τραγουδιστές τελετουργίες (στους γάμους, στους θανάτους και στις τελετές ταφής) είναι τυπικά και καθαρά αλβανικά…Μουσικά, η Χιμάρα είναι ίδια με την υπόλοιπη Labëria (Λιαπουριά) και είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι Έλληνες ‘αυτόχθονες’ ήρθαν στην περιοχή για να ξεχάσουν τα ίδια τους τα τραγούδια και τις παραδόσεις, να εγκαταλείψουν τα μουσικά τους όργανα και να υιοθετήσουν μια κουλτούρα που την θεωρούσαν κατώτερη.» (Ardian Vehbiu, Shqipja totalitare, Çabej 2008 (b:2-3))

      Διαγραφή
    2. Ο Petro Marko (1913-1991), συγγραφέας από το χωριό Δρυμάδες (Dhërmi), μερικά χιλιόμετρα από τη Χιμάρα, έγραψε για τη διγλωσσία που υπάρχει στα χωριά της περιοχής: «Έτσι λοιπόν τι είμαστε; Αλβανοί! Αλλά γιατί χάσαμε τη γλώσσα μας; Θα πω ό,τι ξέρω: Γιατί οι μητέρες μας και οι γιαγιάδες μας ξέρουν καλύτερα αλβανικά π’ ότι ελληνικά; Γιατί τραγουδάμε και θρυνούμε στα αλβανικά; Γιατί οι παροιμίες μας είναι στα αλβανικά; Φαίνεται ότι από το 1820, ο εξελληνισμός έγινε πολιτικός στόχος από την ίδια την Ελλάδα…» (Petro Marko, Intervistë me vetveten: Retë dhe gurët, Shtëpia botuese: OMSCA, Tiranë 2000)

      Αναφερόμενος στην προσπάθεια να ανοίξουν αλβανικά σχολεία στη Χιμάρα και στα γύρω χωριά, και στην αντίσταση που επέδειξε η Ελληνορθόδοξη Εκκλησία και το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, το οποίο είχε ως απώτερο στόχο του τον έλεγχο του πληθυσμού της περιοχής και τον σταδιακό εξελληνισμό του, ο Petro Marko είχε πει: «Οι πρόγονοι μας πολέμησαν με τα όπλα στο χέρι προστατεύοντας την ελευθερία και την τιμή τους, αλλά ήταν σε πόλεμο και για τα αλβανικά σχολεία. Ο Πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης, με τον Επίσκοπο των Ιωαννίνων καταριόταν και αφόριζε όλους εκείνους που μάθαιναν στα αλβανικά σχολεία. Είναι αυτονόητη η αγριότητα των πρακτόρων του Φαναρίου, που δεν άφησαν τίποτα χωρίς να κάνουν για να απεθνικοποιήσουν την ηρωική επαρχία της Αλβανίας, τη Χιμάρα της Λαμπερίας.» (Petro Marko, Intervistë me vetveten: Retë dhe gurët, Shtëpia botuese: OMSCA, Tiranë 2000)

      Ο Dhimitër Kamarda (1821-1882), Arbëreshë από την Ιταλία, υποστήριζε ότι οι Σουλιότες και οι Χιμαριότες ήταν Αλβανοί που είχαν εξελληνισθεί. Η άποψη του κατά την προσωπική μου γνώμη έχει σημασία, καθώς ο Καμάρντα είτε η άποψη του ήταν σωστή είτε λάθος, είτε το συνολικό του έργο ήταν σωστό είτε λάθος, πέθανε 30 χρόνια πριν την ίδρυση του αλβανικού κράτους. Έτσι, η θέση του για την αλβανική καταγωγή των Σουλιοτών και των Χιμαριοτών, δεν μπορούμε να πούμε ότι προέρχεται από την ενβερχοτζική προπαγάνδα. Η Nathalie Clayer καταγράφει τη θέση του Καμάρντα: «Η ιδέα ήταν ότι οι Αλβανοί – οι Χιμαριότες, οι Σουλιότες και άλλοι – συνεργάστηκαν μαζί με τους Έλληνες για την ελευθερία.» (Nathalie Clayer, Aux origines du nationalisme albanais: la naissance d’une nation majoritairement musulmane en Europe, KARTHALA Editions, 2007, ISBN 2845868162, p.207)

      «Οι Χιμαριότες είναι σαν τους προγόνους τους την εποχή του αυτοκράτορα Καντακουζηνού, τους οποίους αποκάλεσε 'Αλβανούς αυτόνομους νομάδες'. Οι Χιμαριότες που κατοικούν στην οροσειρά των Ακροκεραυνίων, είναι μία σκληραγωγημένη και επιθετική ράτσα Αλβανών χριστιανών, οι οποίοι μερικές φορές εξέρχονται από τους βράχους τους και μετακινούνται με βάρκες, τις οποίες βλέπουν ακινητοποιημένες απ' τις ακτές τους. Ο καπετάνιος μας μας διαβεβαίωσε ότι πουλούν τους χριστιανούς αιχμαλώτους τους στους Τούρκους.» (Classical and Topographical tour through Greece, during the years 1801, 1805, and 1806, by Edward Dodwell, ESQ. F.S.A., London: Rodwell and Martin, 1819, vol. 1, p. 24)

      «Μερικές ημέρες ύστερα από την άφιξή μας στο χωριό αυτό, παρουσιάσθηκε στον Μαυροκορδάτο ο Σπυρομίλιος, με ένα σώμα από 200 Χιμαριότες, πού είχαν την πιό πολεμοχαρή εμφάνιση μέσα σε όλον τον στρατό. ΔΕΝ ΞΕΧΩΡΙΖΟΥΝ ΑΥΤΟΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΛΒΑΝΟΥΣ, γιατί το ντυσιμό τους και η γλώσσα τους είναι εντελώς αλβανικά, αλλά παρ’ όλο πού η θρησκεία τους είναι ελληνική (χριστιανική), δεν καταλαβαίνουν ούτε λέξη ελληνική.» είπε ο προσωπικός γιατρός του λόρδου Byron που έζησε από μέσα τα γεγονότα. (Julius Millingen, Memoirs of the affairs of Greece, London 1831, p. 208-209)

      Διαγραφή

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...